ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (Σημειώσεις από το συγκεκριμένο VIDEO) – ΜΕΡΟΣ 3

· ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ; ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
o Τα test IQ χρησιμοποιούνται (γραμμικά) όπως όλοι γνωρίζουμε, για την μέτρηση της νοημοσύνης. Παρομοίως οι εξετάσεις μετρούν επιδόσεις υπό ορισμένες συνθήκες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους δεκάδες μεταβλητές που επιβάλλουν από τα εκπαιδευτικά συστήματα την ανάπτυξη μιας ολιστικής νοημοσύνης συνδυάζοντας κεφάλι (νοημοσύνη), καρδιά (συναίσθημα) και χέρια (τεχνική, δημιουργικότητα). ΕΤΣΙ ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΑ όντα. Αντί αυτού, συνεχίζουμε τα ίδια. Χωρίζουμε χώρους, ηλικίες, επιστήμες, δεξιότητες… Λέγεται αυτό ολοκληρωμένη εκπαίδευση; Η ολοκληρωμένη εκπαίδευση δεν έχει σχέση με την ποσότητα των μέσων ή των μαθημάτων. Έχει σχέση περισσότερο με την διαθεματικότητα, αφού όπως έλεγε η Μαρία Μοντεσσόρι «Τα πάντα σχετίζονται με τα πάντα».
o Το σχολείο πρέπει να είναι κέντρο πειραματισμού για το παιδί, ανοιχτό σε πολλές δυνατότητες (επιστημονικές, καλλιτεχνικές, ανθρωπιστικές) για όλων των ειδών τις εμπειρίες, ώστε να δούμε αν αυτό «αφυπνίσει» κάτι μέσα τους. Αν θέλουμε τα παιδιά να δημιουργούν πρέπει να τους επιτρέψουμε να δημιουργούν, να ασκούν δραστηριότητες και να ενεργούν αυθόρμητα. Μια από αυτές τις δυνατότητες είναι η τέχνη. Αν το παιδί δεν έχει πρόσβαση στην τέχνη, τότε δεν παίρνει άρτια εκπαίδευση. Με την τέχνη βγάζει συναίσθημα που είναι θεμέλιο ζωής. Με την τέχνη δεν βλέπει μόνο προς τα έξω, αλλά βλέπει και προς τα μέσα του.
· ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
o Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές. Πρέπει λοιπόν το παιδί να μάθει να επιλέγει στη ζωή του. Γι’ αυτό και το σχολείο πρέπει να εμπιστεύεται το παιδί και να το αφήνει να επιλέγει κάποια μαθήματα που το εκφράζουν, να το κάνει να αισθάνεται όμορφα μέσα στο χώρο του, να αισθάνεται ελεύθερο, χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτεί με το παραμικρό κα απλά να είναι ο εαυτός του. Το σχολείο πρέπει να βοηθάει το παιδί να μαθαίνει με τον τρόπο του και με βάση την περιέργεια που το διακρίνει ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ και με τους ΡΥΘΜΟΥΣ του. Το σχολείο πρέπει να βοηθάει τα παιδιά να δοκιμάζουν πράγματα κι ας κάνουν λάθη. Τα λάθη (λέξη ταμπού παλαιότερα) αποτελούν όχι τροχοπέδη αλλά βήματα προς τα εμπρός. Με όλα αυτά, το σχολείο βοηθάει τα παιδιά να έχουν μια σαφέστερη και καθαρότερη εικόνα του εαυτού τους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, αργότερα, να του είναι ευκολότερο να διαλέξει και το επάγγελμά του, αφού είτε γιατρός γίνει είτε μανάβης, θα το κάνει καλά, θα είναι πετυχημένη επιλογή γιατί την διάλεξε ΕΛΕΥΘΕΡΑ το ίδιο το παιδί και φυσικά θα είναι ευτυχισμένο. Αυτήν την ελευθερία θα πρέπει το παιδί να την αισθάνεται μέσα στο σχολείο και όχι έξω από αυτό όπως συνήθως γίνεται. Η ελεγχόμενη ελευθερία, δίνει στο παιδί ανεξαρτησία. Το παιδί που δεν είναι ανεξάρτητο, επειδή ίσως εξαρτάται από άλλα άτομα, ακόμη και από τους γονείς του, ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΥ ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ. Αυτό θα κάνει το παιδί να μην μπορεί να λύσει μόνο του τα προβλήματά του με αποτέλεσμα να μη γίνει υπεύθυνο. Αντίθετα εμείς οι μεγάλοι έχουμε την τάση να διαχειριζόμαστε την δραστηριότητα του παιδιού μας. Ακόμη κι εμείς οι δάσκαλοι. Ο μόνος τρόπος που ξέρουμε να διδάσκουμε είναι να λέμε στα παιδιά τι να κάνουν και πώς να το κάνουν και όπως είχε πει και ο Αϊνστάιν: «Είναι σχεδόν θαύμα πώς οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας δεν έχουν στραγγαλίσει την ιερή περιέργεια των παιδιών για έρευνα!». Τα παιδιά γίνονται άβουλα, αφού έχουν συνηθίσει αυτήν την κατευθυντικότητα στην τάξη. Κανονικά ο δάσκαλος πρέπει να σταματήσει να διδάσκει την πλειοψηφία των μαθημάτων. Πρέπει να γυρίζει από ομάδα σε ομάδα και να κατευθύνει. Πρέπει να δίνει χώρο στα παιδιά να αναπτύσσουν τις ιδέες τους και προπάντων ΝΑ ΤΑ ΑΚΟΥΕΙ.
· ΠΕΡΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ… ΠΑΛΙ!
o Η βαθμολογία είναι υποκειμενική και ατελής. Αλλάζει ακόμη και με την μεταβολή της διάθεσης του δασκάλου. Ίσως γι’ αυτό ένα γραπτό πρέπει να αρχίζει να το βαθμολογεί και να το τελειώνει για όλους τους μαθητές. Δεν υπάρχουν έστω και 2 εκπαιδευτικοί που να αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο.
o Το παιδί θα πρέπει να αξιολογεί και το ίδιο την προσπάθειά του μόλις ολοκληρώνει το γραπτό του. Θα μπορούσε να αναφέρει για παράδειγμα, αν θα μπορούσε να πάει καλύτερα και πώς αισθανόταν την ώρα που έγραφε. Καλό θα είναι επίσης το παιδί να ελέγχει την διαδικασία της μάθησής του, την πρόοδο του.
· ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΕΛΙΚΑ;
o Το σχολείο είναι ένας ανοιχτός χώρος, μικρογραφία μιας κοινωνίας όπου όλοι πρέπει να μαθαίνουν από όλους ανεξάρτητα από την ηλικία. Πρέπει να μαζεύει εμπειρίες που θα το δυναμώνουν. Ο καλύτερος τρόπος είναι ο ομαδοσυνεργατικός, γιατί έτσι ενισχύεται η μάθηση με τις εμπειρίες που ανταλλάσσουν τα παιδιά. Έτσι μαθαίνουν καλύτερα το ένα παιδί το άλλο, μαθαίνουν να ακούν το ένα το άλλο και έτσι αποφεύγονται ακόμη και δυσάρεστες καταστάσεις (bullying). Επίσης μην ξεχνάμε ότι σήμερα, όπως και στο παρελθόν βέβαια, παιδιά ίδιας ηλικίας έχουν διαφορετικές δυνατότητες και κλίσεις. Ένα παιδί που δεν τα καταφέρνει σ’ ένα μάθημα, θα τα καταφέρνει σ’ ένα άλλο. Όταν ένα παιδί είναι κάπου καλό, αυτό του δίνει αυτοπεποίθηση αλλά και την δυνατότητα να βοηθήσει άλλα παιδιά και να βοηθηθεί από άλλα.
o Αλήθεια ποιος είναι ο στόχος της σχολικής εκπαίδευσης; Να μάθεις; Τι να μάθεις; Γνώσεις ή να αναπτύξεις τις ικανότητές σου; Για να το πετύχει κάνεις αυτό όμως πρέπει να υπάρχει σχέση και επαφή ανάμεσα στους μαθητές. Δυστυχώς όμως το σύστημα (παντού σχεδόν) δεν το προβλέπει αυτό. Προβλέπει να υπάρχει γνώση και τάξη. Βλέπετε, υπάρχει πάντα ο φόβος ότι η ελευθερία και η έλλειψη εξουσίας θα δημιουργήσουν απειθαρχία ή διαταραχή. Στην πραγματικότητα τα σχολεία μετέτρεψαν την καλώς εννοούμενη πειθαρχία σε επιβαλλόμενη συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα πειθαρχία σημαίνει να μάθεις να φέρεσαι. Πειθαρχημένο άτομο είναι ένα άτομο που μαθαίνει να διαχειρίζεται την συμπεριφορά του.
o Στο σχολείο πρέπει να υπάρχει μια διοικητική, λειτουργική, οργανωτική αρχή, αλλά όχι μια αρχή εξουσίας που το κάνει άβολο και υποτακτικό. Οι μαθητές θα πρέπει να είναι ενεργοί μέσα στο σχολείο. Να ακούμε τις απόψεις τους. Όλα στη φύση λειτουργούν με συνεργασία. Ακόμα κι εμείς οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να μιλάμε στα παιδιά στο Α’ Πληθυντικό πρόσωπο, ώστε να δείχνουμε ότι συμμετέχουμε στις διαδικασίες. Στο μέλλον τα παιδιά θα ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, δηλαδή στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, του γραφείου, της οικογένειας κλπ. Άρα, θα πρέπει να μάθουν να δουλεύουν ομαδικά, να ακούν τους άλλους, να δέχονται ιδέες και να μην είναι επιθετικά, ακόμη κι αν διαφωνούν. Να μπορούν να λύνουν τις διαφορές τους και να παίρνουν ομαδικές αποφάσεις. Είναι αποδεδειγμένο ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια που έχουν θέσει τα ίδια, ως κοινότητα. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: Αν υπάρχει κάπου πρόβλημα, κάνουμε συνέλευση και συζητάμε όχι αν κάποιος παρέβη τους κανόνες ή ποιο είναι το σωστό ή το λάθος. Συζητούν την πράξη και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συντονιστής πρέπει να είναι ένα από τα παιδιά που όμως δεν έχει δικαίωμα ψήφου, αν χρειαστεί. Εμείς συμμετέχουμε απλά. Καλό είναι να γίνονται συνελεύσεις συχνά, να λύνουν τα προβλήματα μόνα τους, να κρίνουν την πορεία τους και την λειτουργία της τάξης. Πρέπει κι εμείς να παραδεχτούμε ότι τα παιδιά έχουν πολλά να μας πουν. Δουλεύουμε σε κύκλους καθισμένοι κάτω για να αισθάνονται όλα ίσα και σε ίσες αποστάσεις.
· ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ
o Μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη πειθαρχίας:
§ Αυταρχική: Κανόνες από μια εξουσία που ελέγχει τα πάντα.
§ Λειτουργική: Οι κανόνες προέρχονται από εμπειρίες που τροποποιούνται και συστήνονται από την ομάδα με δημοκρατικές διαδικασίες.
§ Αυτοπειθαρχία: Ο καθένας διαμορφώνει συνειδητά την δική του συμπεριφορά και με τον καιρό όλοι μαθαίνουν να σέβονται, όχι μόνο τον δάσκαλο, αλλά και τους συμμαθητές τους.
o Η πειθαρχία χρειάζεται γιατί υπάρχει συνύπαρξη. Η συνύπαρξη έχει κάποιους κανόνες. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να εργαστείς αν η διπλανή ομάδα κάνει πολύ θόρυβο. Πρέπει σε περίπτωση παρατυπίας το παιδί να καταλάβει ότι πρέπει να αναλάβει τις συνέπειες των πράξεων που το ίδιο παράγει. Αυτός που μπορεί να αυτοσυγκρατηθεί, να σκεφτεί, να αναλογιστεί δε χρειάζεται να προσπαθήσει για να πετύχει αυτό που θέλει. Πρέπει να μάθει να σκέφτεται, πρέπει να μάθει να προσαρμόζει τις ανάγκες του και τις γνώσεις του ανάλογα με την εμφάνιση νέων αναγκών, απόψεων και τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας. Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να του δίνουμε πρωτοβουλίες για δημιουργικότητα και όχι όπως κάνουμε εμείς που του δίνουμε γνώσεις που τις δέχεται παθητικά. Στο μέλλον τα παιδιά θα ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο, δηλαδή στην κοινωνική ομάδα του γραφείου, της οικογένειας κλπ. Άρα θα πρέπει να μάθουν να δουλεύουν ομαδικά, να ακούν τους άλλους, να δέχονται ιδέες και να μην είναι επιθετικά ακόμη κι αν διαφωνούν. Να μπορούν να λύνουν τις διαφορές τους και να παίρνουν ομαδικές αποφάσεις.
o Να κάνουμε συνελεύσεις και να συζητάμε όταν δημιουργείται κάποιο πρόβλημα. Να συζητάμε την πράξη και όχι ποιο παιδί την έκανε. Συντονιστής να είναι ένα παιδί. Εμείς απλά να συμμετέχουμε. Καλό είναι να γίνονται τακτικά οι συνελεύσεις και να λύνονται τα προβλήματα. Επίσης να παίρνονται αποφάσεις για την σωστή λειτουργία της τάξης. Από την πλευρά μας θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τις απόψεις των παιδιών. Έχουν πολλά να μας πουν. Αυτά βέβαια πολλές φορές οι εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να τα κάνουν κρυφά, αφού δεν επιτρέπονται μιας και είναι εκτός συστήματος.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (Σημειώσεις από το συγκεκριμένο VIDEO) – ΜΕΡΟΣ 2

  • ΑΣ ΠΑΜΕ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
    • Ας κάνουμε κάτι απλό! Για λίγο ας ξεχάσουμε τι είναι εκπαίδευση ή πώς αντιλαμβανόμαστε όλοι μας την εκπαίδευση. Ας αρχίσουμε να παρατηρούμε τα πάντα γύρω μας σαν να μην τα έχουμε ξαναδεί. Δεν θα έχουμε την τάση να τα εξερευνήσουμε; Μα και τα παιδιά το ίδιο κάνουν. Γεννιούνται με ικανότητα να δημιουργούν (παζλ, τουβλάκια κλπ.) και να παρατηρούν, αφού είναι περίεργα στην ηλικία αυτή. Ρωτούν συνέχεια «τι είναι αυτό;», «γιατί συμβαίνει το άλλο;» και ξαφνικά έρχεται το σχολείο που δεν εκμεταλλεύεται αυτά τα χαρακτηριστικά του παιδιού, αλλά το βάζει σε ένα αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα, το αναγκάζει να ακούει συνεχώς κάποιον και στο τέλος το φιμώνει. Όσο μάλιστα μεγαλώνει χάνει τον ενθουσιασμό του για μάθηση. Ένα παιδί της ΣΤ’ Δημοτικού (από εμπειρία μιλάω για την ΣΤ’) σπάνια θα διαβάσει ένα εξωσχολικό βιβλίο επειδή το θέλει ή το αισθάνεται. Μικρό όμως θέλει να έχει βιβλία και να ασχολείται με αυτά. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Μα γιατί μετά από τόσα χρόνια, που υποχρεώνεται να ακολουθεί πιστά κάποιες διαδικασίες, έχει βαρεθεί να του λένε τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει. Αντιδρά λοιπόν με αυτόν τον τρόπο.
    • Το μυαλό ενός παιδιού είναι πολύ πιο δεκτικό απ’ ότι ενός ενήλικα. Αντιλαμβάνεται οτιδήποτε συναντά, επικοινωνεί με πολλούς τρόπους και κατανοεί τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του και όλα αυτά ασυνείδητα και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Από όσα έχουμε μάθει στο σχολείο, ελάχιστα μας είναι απαραίτητα στην καθημερινή μας ζωή. Το σχολείο είναι βολικό για την κοινωνία, αλλά δεν είναι απαραίτητο με τη μορφή που έχει. Η κοινωνία μπορεί να υπάρχει και χωρίς αυτό, με την έννοια ότι μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς λογάριθμους. Δεν μπορούμε όμως να ζήσουμε χωρίς να μάθουμε να σεβόμαστε κάποιες κοινωνικές αξίες ή ιδανικά ή χωρίς να ξέρουμε να επικοινωνούμε με τους συνανθρώπους μας για παράδειγμα.
    • Τα μικρά παιδιά έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι και την εξερεύνηση. Αυτό όμως σταματάει όταν το παιδί μπει στο σχολείο και ζήσει το δογματικό περιβάλλον του που το θέλει στρατιωτάκι για 6-7 ώρες καθημερινά. Το σχολείο είναι μέρος της οικογένειας του παιδιού. Αν το παιδί ζει σε αυταρχικό οικογενειακό περιβάλλον, θα γίνει αυταρχικό και το ίδιο, αφού το παιδί δίνει ό,τι παίρνει. Να γιατί στο σχολείο πρέπει να πετυχαίνουμε πάντα υγιείς σχέσεις μέσα στην τάξη. Το 98% των παιδιών στα 5 χρόνια τους μπορούν να κριθούν ως (το είπαμε προηγουμένως) περίεργα, δημιουργικά, ανοιχτόμυαλα, έτοιμα να δεχτούν οτιδήποτε. Στα 15 τους το ποσοστό αυτό πέφτει στο 10%. Γιατί άραγε; Τι συμβαίνει μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια που μεσολαβούν; Αυτό μας έχει προβληματίσει καθόλου; Όλοι οι μεγάλοι της ιστορίας είχαν μεγάλη φαντασία, αυτό είναι αλήθεια. Γιατί σήμερα επιμένουμε να σκοτώνουμε τον αυθορμητισμό, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία των νέων; Γιατί σκοτώνουμε την επαναστατικότητά τους; Το παιδί έχει μέσα του έναν εσωτερικό δάσκαλο που το ενθαρρύνει να συμμετέχει, να εργάζεται, να επαναλαμβάνει πράγματα, να παρατηρεί συστηματικά όπως ένας παρατηρητής ενήλικας. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τους δώσουμε τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους με διάφορους τρόπους. Αν τους προτρέψουμε στο δρόμο αυτό τότε μπορεί να γίνουν επιστήμονες ή καλλιτέχνες. Αν συμφωνούμε σε όλα αυτά, ας τα αφήσουμε να γίνουν λοιπόν αυτό που αισθάνονται και ονειρεύονται.
  • ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ – ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΤ’ ΕΠΙΒΟΛΗ
    • Τα περισσότερα παιδιά σήμερα αμφισβητούν το σύστημα βαθμολογίας των σχολείων ή των σχολών. Ισχυρίζονται ότι τους μεγάλους (μεταξύ αυτών και οι γονείς τους) δεν τους νοιάζει αν μελετούν και τι μαθαίνουν. Τους νοιάζει ο τελικός βαθμός. Λένε ότι τα βάζουμε να ανταγωνίζονται μεταξύ τους και αυτός ο ανταγωνισμός τους διακρίνει σε μαθητές διαφόρων ταχυτήτων και αξίας. Είναι φανερό, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, ότι κάτι από τη δομή του σημερινού σχολείου τα βλάπτει. Τα περισσότερα που μαθαίνουν θα τα ξεχάσουν και μάλιστα σύντομα.
    • Ίσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε: «Πόσα θυμόμαστε από αυτά που μας δίδαξαν στο Δημοτικό ή στο Γυμνάσιο, αφού, κυρίως σήμερα, οι εκπαιδευτικοί δε δίνουν σημασία στο τι έχουν καταλάβει τα παιδιά, αλλά μόνο τι αναμεταδίδουν».
    • Δημιουργούμε άγχος, όταν απαιτούμε από τα παιδιά περισσότερα απ’ όσα μπορούν να μας δώσουν. Έτσι η μάθηση γίνεται μια κουραστική διαδικασία και τα παιδιά σταματούν να μαθαίνουν.
    • Ό,τι μαθαίνει κανείς στο σχολείο χωρίς να είναι δική του απόφαση, χάνεται και ξεχνιέται εύκολα. Πρέπει ν εκπαιδευτική διαδικασία να είναι ευχάριστη για να μπορεί να μαθαίνει το παιδί και να βγάζει στην επιφάνεια την ευφυία που κρύβει μέσα του. Η πραγματική μάθηση προκύπτει μέσα από το ενδιαφέρον που δείχνει το παιδί, τη θέληση και φυσικά την έμφυτη περιέργεια που διαθέτει. Η μάθηση είναι μια βαθιά διαδικασία που βασίζεται στην αρμονική σχέση του ατόμου με το περιβάλλον του.
    • Παλιότερα η γνώση μπορούσε να βρεθεί μόνο στις βιβλιοθήκες ή στην τάξη με τον δάσκαλο. Σήμερα υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση μέσω ψηφιακών βιβλιοθηκών που δίνουν τη δυνατότητα στον καθένα ν’ αποκτήσει τη γνώση ανοιχτά, πλουραλιστικά και να ενημερώνεται διαρκώς. Σήμερα μαθαίνουμε στα παιδιά πράγματα που μέχρι να τελειώσει το σχολείο θα είναι ξεπερασμένα αφού βασίζονται μόνο σε στεγνές θεωρίες, χωρίς πράξη.
  • ΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ – ΤΟ ΛΑΘΟΣ
    • Είναι γνωστό ότι η πράξη (π.χ πείραμα) προηγείται της γνώσης (συμπέρασμα, κανόνας). Σήμερα το σύστημα θεωρεί τη δράση που ισοδυναμεί με την πράξη ως κάτι το αρνητικό. Η μόνη δράση που επιτρέπει είναι η παραδοσιακή Γυμναστική. Σπάνια λειτουργεί το εργαστήριο, σπάνια η χειροτεχνία. Σπάνια γενικά η δημιουργικότητα. Πρέπει να αφήνουμε το παιδί να δρα, να αυτοδιορθώνεται και να αυτοαξιολογείται. Πρέπει να το αφήνουμε να δοκιμάζει, να κάνει λάθη και να τα αναγνωρίζει. Η επιστήμη έχει να δείξει περισσότερα λάθη παρά σωστές απαντήσεις. Τα λάθη είναι αυτά που κάνουν τους επιστήμονες να προχωρούν. Πρέπει να λέμε στα παιδιά ότι βρισκόμαστε στο σχολείο για να βελτιωνόμαστε και όχι να είμαστε νικητές απέναντι σε άλλους. Πρέπει να είμαστε νικητές του εαυτού μας. Μεγάλο παράδειγμα ο Θωμάς Έντισον ο οποίος πριν ανακαλύψει τον λαμπτήρα, έζησε πάνω από 1000 αποτυχίες μέχρι να τον κάνει να δουλέψει. Όταν τον ρώτησαν πώς αισθάνεται μετά από 1000 αποτυχίες, εκείνος είπε ότι δεν απέτυχε 1000 φορές, αλλά ο λαμπτήρας είναι μια εφεύρεση 1000 βημάτων προς τα εμπρός.
    • Βέβαια η κοινωνία από τη γέννησή μας, δίνει έτοιμες όλες τις απαντήσεις στη φιλοσοφία, στη θρησκεία κλπ. Έτσι μας καταστρέφει η ίδια την έρευνα και την ικανότητά μας να μαθαίνουμε. Ακόμη και τα σχολεία, κατευθύνουν προς συγκεκριμένες απαντήσεις, ενώ οι εκπαιδευτικές διαδικασίες μέσα κι έξω από το σχολικό περιβάλλον πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς την έρευνα και την αναζήτηση. ΑΡΑ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ; Πρέπει να βοηθάμε στην αποκάλυψη μιας απάντησης, όχι να επιβάλλουμε απαντήσεις. Η αμφισβήτηση είναι θεμέλιο της φιλοσοφίας από τη γέννησή της στην Αρχαία Ελλάδα, όπου η μάθηση προέκυπτε από την αναθεώρηση και την αυτοαξιολόγηση. Αν λοιπόν αυτή είναι η φύση της μάθησης, γιατί τότε επιμένουμε να την οργανώνουμε, να την περιορίζουμε, να την ρυθμίζουμε ή να την ταξινομούμε μέσα από τα προγράμματα σπουδών;
    • Τελικά ο σχολικός χρόνος είναι παραπλανητικός. Μας κάνει να πιστεύουμε σε ένα σταθερό σχέδιο, στην ιδέα ότι ο μαθητής θα προοδεύσει σύμφωνα με το σχεδιασμένο πρόγραμμα. Με τον τρόπο αυτόν η σχολική εκπαίδευση είναι γραμμική, βήμα 1, βήμα 2 κλπ, και το δέκατο θα είναι υποχρεωτικά μετά το ένατο. Η μαθησιακή διαδικασία όμως είναι διαφορετική. Μπορεί κάποιος να κάνει ένα με δύο βήματα, αλλά μετά μπορεί να πεταχτεί στο πέμπτο βήμα λόγω προόδου. Το πρόγραμμα σπουδών είναι ένας πετυχημένος οδηγός για να δομηθεί η γνώση με βάση την προηγούμενη εμπειρία. Αλλά αν η μάθηση χαρακτηρίζεται από ποικίλες και ατομικές διαδικασίες, γιατί την αναγκάζουμε να πετυχαίνει στόχους; Στα περισσότερα κράτη οι εκπαιδευτικοί στόχοι ορίζονται συνήθως ξεχωριστά για τον κάθε μαθητή, για να γίνει ας πούμε καλός γιατρός ή καλός μαθηματικός, και από εξωτερικούς παράγοντες, όχι από τη φύση του, π.χ μελετάει για να περάσει τις εξετάσεις και όχι για να μάθει. Δημιουργούμε ΡΟΜΠΟΤ με στόχους που για να τους πετύχουν μπορεί τα παιδιά να κερδοσκοπήσουν ή να πουν και ψέματα.
    • Στην μάθηση πρωταγωνιστής δεν πρέπει να είναι ο δάσκαλος αλλά το παιδί. Πρέπει την διαδικασία της μάθησης να την αναλαμβάνουν μαζί δάσκαλος και μαθητής.. Αν ο μαθητής απολαμβάνει τη διαδικασία της μάθησης, οι αναμνήσεις που θα έχει μετά από 20 χρόνια θα είναι όμορφες, αλλά και οι επιδόσεις του θα είναι καλύτερες.
    • Η μάθηση έχει τα θεμέλιά της στην ιδέα ότι τα παιδιά είναι «κενά». Άρα η προσωπικότητά τους μπορεί να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί, σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε κοινωνίας ή της κάθε χρονικής συγκυρίας. Κατά καιρούς το παιδί, πράγματι, έγινε αντικείμενο έρευνας για να βρεθούν τρόποι που θα το διαμορφώσουν ως ανθρώπινο ον. Αυτό, πιστεύω, μοιάζει με την ιδέα που λέει δεν πρέπει να φροντίσουμε ένα δάσος για να μην καταστραφεί. Ίσως αν το αφήσουμε στην ησυχία του να είναι καλύτερα. Απόδειξη, ότι όσα δάση δεν έχουν καταστραφεί, είναι αυτά στα οποία ο άνθρωπος δεν έχει παρέμβει (ακόμη).
    • Το παιδί από την στιγμή που θα γεννηθεί περιβάλλεται από αγάπη, συντροφικότητα, συναίσθημα στοργής, εμπιστοσύνης και φιλίας. Εμείς, στο σχολείο, γιατί έχουμε την απειλή ως «πρόχειρη» λύση για να το εκπαιδεύσουμε; Γιατί με τις τιμωρίες και την ένταση ξεχνάμε την αγάπη; Γιατί τα αναγκάζουμε να κάνουν αυτά που θέλουμε εμείς οι μεγάλοι και δεν τους δίνουμε (τουλάχιστον στα μεγαλύτερα) «βήμα» να μας πουν τις ιδέες τους και τις γνώμες τους; Γιατί είμαστε απόλυτοι κι αυταρχικοί (εγώ θα σε εξετάσω κι εσύ πρέπει να περάσεις τις εξετάσεις, γιατί αν δεν περάσεις θα δουν τα αποτελέσματά του στο σπίτι και οι γονείς σου θα σε μαλώσουν); Πολλοί εκπαιδευτικοί λένε ότι αγαπάνε τα παιδιά. Τα αγαπούν όμως μόνο όταν εκείνα συμφωνούν μαζί τους ή είναι ήσυχα. Αν δεν είναι τότε τα τιμωρούν. Δεν μπορεί οι βασικές ανάγκες ενός παιδιού να χειραγωγούνται από την ανταμοιβή και την τιμωρία. Με το πνεύμα του σημερινού σχολείου τα περισσότερα παιδιά δεν διαβάζουν για να μάθουν, ούτε εργάζονται με ικανοποίηση. Το κάνουν για να μη χάσουν την αγάπη των δικών τους ανθρώπων ή την ασφάλεια που τους παρέχουν, ή το δώρο που τους έχουν τάξει κλπ. Αν φέρεσαι καλά, σε βαθμολογώ καλά κλπ.
    • Η παιδική ηλικία είναι γεμάτη χαρά. Το σχολείο πρέπει να καλλιεργεί τη χαρά, τη θέληση του παιδιού να ζήσει την κάθε στιγμή.
  • ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΗΛΙΚΙΑ – ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
    • Αλήθεια, γιατί θα πρέπει να χωρίζουμε τα παιδιά κατά ηλικία; Υπάρχει ο υπαινιγμός ότι τα παιδιά της ίδιας ηλικίας έχουν τα ίδια γνωρίσματα, τις ίδιες δυνατότητες, ότι όλα είναι ίδια. Αυτό όμως δεν ισχύει, γιατί αν πάρουμε ένα παιδί και το βάλουμε μαζί με μεγαλύτερους, θα ομογενοποιηθεί. Μπορεί να είμαστε όλοι ίδιοι άνθρωποι, είμαστε όμως διαφορετικοί πολιτισμικά αλλά και ως προς τις δυνατότητές μας. Μαθαίνουμε με διαφορετικές ταχύτητες, έχουμε διαφορετικά ενδιαφέροντα και κίνητρα. Ο Gardner είχε πει ότι ένας άνθρωπος δεν έχει μόνο γλωσσική, λεκτική ή λογικομαθηματική νοημοσύνη, αλλά διαθέτει μια μεγάλη ποικιλία νοημοσυνών μεταξύ αυτών και την συναισθηματική. Όχι μόνο δεν πρέπει λοιπόν να ακολουθούμε τα ηλικιακά κριτήρια, αλλά θα πρέπει να μάθουμε τα παιδιά ότι είμαστε γενικά διαφορετικοί ως όντα και αυτές οι διαφορές είναι που κάνουν τη ζωή μας πιο ενδιαφέρουσα. Πώς μπορούμε λοιπόν να εκτιμήσουμε αυτήν την διαφορετικότητα (ακόμη και με την βαθμολογία που βάζουμε στα παιδιά) αφού δεν την κατανοούμε ως ενήλικες; Πολλές φορές καταφεύγουμε ακόμη και σε φαρμακευτική αγωγή για να αμβλύνουμε αυτήν την έντονη διαφορετικότητα όπως π.χ η υπερκινητικότητα, η οποία παρεμπιπτόντως δεν έχει αποδειχτεί νευρολογικά ότι υπάρχει. Δεν έχει αποδειχτεί ούτε ως ασθένεια. Αν σήμερα τα παιδιά είναι πιο υπερκινητικά απ’ ότι στο παρελθόν (κάτι που δεν ισχύει επίσης) τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι έχουμε κάνει εμείς οι μεγάλοι για να φέρονται έτσι τα παιδιά. Αν πάλι είναι όπως παλιά, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι έχουμε και δεν τα αντέχουμε.