ΜΗΠΩΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ;

Πριν μερικές μέρες είχα δώσει κάποιες ασκήσεις μαθηματικών στους μαθητές μου και εκείνοι άρχισαν να τις λύνουν χωρίς πολλή διάθεση. Όσο ασχολούνταν με το αντικείμενο που τους είχα δώσει, εγώ έκοβα βόλτες μέσα στην αίθουσα περιμένοντας τις πρώτες απορίες τους που θα με έκαναν να πάω κοντά τους και να τις λύσουμε μαζί. Μη έχοντας λοιπόν τι να κάνω, άρχισα να κάνω κάποιες αλλαγές, με τη φαντασία μου, στην εικόνα που απλωνόταν μπροστά μου.

EPSON scanner imageΆλλαξα λοιπόν τα ρούχα που φορούσαν τα παιδιά με μπλε σχολικές ποδιές, έβγαλα το διαδραστικό πίνακα και τον Η/Υ και στη θέση τους έβαλα έναν παμπάλαιο μαυροπίνακα και στη θέση του Η/Υ έβαλα ένα κουτί με άσπρες κιμωλίες και ένα σφουγγάρι που θα σβήνει ό,τι ήταν γραμμένο με την κιμωλία πάνω στο μαυροπίνακα. Τι πέτυχα με όλα αυτά; Πέτυχα λοιπόν να δημιουργήσω το περιβάλλον μιας σχολικής τάξης άλλης εποχής. Και μετά πήγα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Προσπάθησα κι εκεί να αντικαταστήσω κάποια πράγματα. Διαπίστωσα λοιπόν ότι δεν είχα κάτι σημαντικό να αντικαταστήσω. Η διαδικασία ήταν, είναι και όπως προβλέπω θα συνεχίσει να είναι η ίδια για πολλά χρόνια ακόμη. Και εκεί με έπιασε η απογοήτευση, γιατί διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι ενώ η κοινωνία, με τη βοήθεια της τεχνολογίας έχει αλλάξει ριζικά, μέσα στη σχολική αίθουσα δεν έχει γίνει καμία ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ αλλαγή. Δε μιλάω φυσικά για την αλλαγή του περιεχομένου των βιβλίων, για το ότι τα τετράδια έγιναν καλύτερα, τα μολύβια έγιναν μηχανικά, οι τσάντες έβγαλαν ροδάκια και φωτάκια, αλλά μιλάω για την εκπαιδευτική διαδικασία. Ο τρόπος που μαθαίνουν τα παιδιά είναι ο ίδιος εδώ και 200 χρόνια περίπου. Και εδώ θέτω το ερώτημα. Η επιστήμη έχει κάνει άλματα και ο άνθρωπος έχει βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του με αποτέλεσμα να έχει αυξήσει και το μέσο όρο ζωής του. Όλα έχουν κάνει μια τεράστια πρόοδο, κυρίως τα τελευταία 20 χρόνια. Γιατί ο τρόπος εκπαίδευσης έχει παραμείνει ο ίδιος; Και για να μην ισοπεδώνουμε κάποιες καλές προσπάθειες εκσυγχρονισμού που εμφανίστηκαν κατά καιρούς, γιατί έχει παραμείνει ο ίδιος κατά 90%; Έχουμε αναρωτηθεί, γιατί οι σημερινές τάξεις αποτελούν καθρέφτες εκείνων που προέρχονται από τον 19ο ή τον 20ο αιώνα; Οι μαθητές έρχονται στο σχολείο, χτυπάει το κουδούνι, μπαίνουν στη γραμμή (γιατί άραγε;) και μετά σαν πακέτα με ηλικιακά και μόνο κριτήρια (άλλο πρόβλημα αυτό) πηγαίνουν στις αίθουσές τους. Εκεί τους περιμένει ένας δάσκαλος που αφού τα βάλει να καθίσουν σε συγκεκριμένες θέσεις, αρχίζει να ελέγχει αυτά που τους έβαλε για το σπίτι την προηγούμενη μέρα και παραδίδει το νέο μάθημα  μεταδίδοντάς τους αυτά που περιέχονται στα σχολικά βιβλία (γιατί άραγε;), αντί να τους βάλει να μελετήσουν τα  γνωστικά αντικείμενα που θέλει, με συγκεκριμένο εποπτικό υλικό που θα τους το έχει δώσει από την προηγούμενη μέρα (συγκεκριμένες ιστοσελίδες, video από διάφορες πηγές που έχει ελέγξει ή έχει δημιουργήσει ο ίδιος ο εκπαιδευτικός) και στην αίθουσα να ελέγξει τις απορίες τους και να διορθώσει αυτά που δεν κατάλαβαν (εδώ βέβαια δεν ανήκουν μαθήματα όπως τα μαθηματικά που θα πρέπει να «διδάσκονται παραδοσιακά» λόγω της πλήρους άγνοιας των παιδιών για το αντικείμενο).

Η ιδέα δηλαδή, οι μαθητές να είναι αναγκασμένοι να κάθονται σε μια αίθουσα, να δέχονται τις ίδιες γνώσεις και μετά από συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα να πρέπει να μαθητές χέριαποδείξουν την κατανόηση της γνώσης που πήραν με τον ίδιο τρόπο (συνήθως γραπτών εξετάσεων) είναι πλέον παράλογη. Ακόμη και το ηλικιακό κριτήριο συμμετοχής των μαθητών σε συγκεκριμένες τάξεις, θα πρέπει να επαναξιολογηθεί. Αντί να περιμένουμε από τους μαθητές μας να ακολουθούν «συγκεκριμένη» ύλη σε «συγκεκριμένη» ηλικία, ίσως θα ήταν καλύτερα να οργανώσουμε κοινότητες μάθησης (από την ηλικία των 14 ετών και πάνω), όπου οι μαθητές δε θα συμμετέχουν με βάση την ηλικία τους, αλλά με βάση τις ικανότητες που έχουν αναπτύξει σε συγκεκριμένα αντικείμενα γνώσεων (πληροφορική, λογοτεχνία κλπ).

Παλιό Σχολείο Διλόφου_1Όλα τα προαναφερθέντα είναι προτάσεις για να «τραβήξουν» την εκπαίδευση προς τα εμπρός και σε διαφορετικά μονοπάτια από αυτά που συνήθιζε να βαδίζει μέχρι στιγμής. Σίγουρα οι αλλαγές αυτές απαιτούν χρόνο, διάλογο, σύστημα και προγραμματισμό κινήσεων (περίεργα μονοπάτια τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, είναι αλήθεια). Πρέπει όμως κάποια στιγμή να γίνει μια αρχή. Δεν πρέπει να μένουμε στα λόγια. Και φυσικά ό,τι γίνει, θα πρέπει να δοκιμαστεί σε τάξεις και να πουν τη γνώμη τους και τα παιδιά. Πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουμε να αποφασίζουμε συνέχεια εμείς γι’ αυτά. Έχουν κι αυτά λόγο και κριτική σκέψη για να κάνουν τις προτάσεις τους που θα λάβουμε σοβαρά υπόψη μας στην επανεκκίνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα ΠΡΕΠΕΙ να προγραμματίσουμε όσο το δυνατόν ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΑ κατά την ταπεινή μου γνώμη.

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – Ποιος θα τολμήσει;

Εργάζομαι στην εκπαίδευση 30 χρόνια. Σε τακτά διαστήματα και όχι κατ’ ανάγκη όποτε άλλαζε η ελληνική κυβέρνηση ή ο εκάστοτε Υπουργός Εθνικής Παιδείας (παλιός τίτλος που μ’ άρεσε και συνεχίζω να τον χρησιμοποιώ, αντί εκείνου του μακρόσυρτου Δια Βίου Μάθησης), έγινα μάρτυρας κάποιων προσπαθειών για ριζική αλλαγή της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης. Γιατί όμως γίνεται κάτι τέτοιο;

Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες ανανεώνουν τακτικά τη δημόσια εκπαίδευσή τους, κατά τη γνώμη μου για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι ο οικονομικός. Προσπαθούμε δηλαδή να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας για να πάρουν την θέση που επιβάλλει η κοινωνική τους θέση ή τα όνειρά τους, στην κοινωνία του αύριο, χωρίς να γνωρίζουμε, ούτε εμείς οι ίδιοι που τα εκπαιδεύουμε, πώς θα είναι αυτή η κοινωνία και τι απαιτήσεις θα έχει, ώστε να τα εκπαιδεύσουμε ή να τα θωρακίσουμε ανάλογα στο γνωστικό και στον κοινωνικό τομέα παρέχοντάς τους την ανάλογη και στοιχειωδώς προσαρμοσμένη εκπαίδευση. Ο άλλος λόγος είναι ο πολιτισμικός. Τα εκπαιδεύουμε για να γνωρίζουν την καταγωγή τους, αλλά ταυτόχρονα να συνειδητοποιούν ότι είναι μέλη μιας βαθιά παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας που συνεχώς διευρύνεται ραγδαία. Έχω όμως την πεποίθηση ότι όλοι κάνουμε ένα λάθος. Προσπαθούμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά να αντιμετωπίσουν ένα άγνωστο μέλλον, με μεθόδους του παρελθόντος. Και εξηγώ.

somnΟι σημερινές εκπαιδευτικές μέθοδοι είναι έξω από την πραγματικότητα που ζουν τα παιδιά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αισθάνονται αποξενωμένα, χωρίς επαφή με το δάσκαλο που δυστυχώς κουβαλάει μαζί του την απόλυτη υπακοή στο αναλυτικό πρόγραμμα και την ψευδαίσθηση της αυθεντίας του. Θυμάμαι όταν πήγαινα σχολείο, όλοι με βομβάρδιζαν με τα εξής λόγια που λίγο πολύ όλοι θυμόμαστε, ίσως και με ανατριχίλα μερικές φορές «Αν μελετάς και κάνεις ό,τι σου λένε, θα μπορέσεις να μπεις στο πανεπιστήμιο κάποια μέρα και θα μπορέσεις με το χαρτί που θα πάρεις να βρεις μια δουλειά». Τα σημερινά παιδιά, στην πλειοψηφία τους, δεν πιστεύουν κάτι τέτοιο πλέον, αυτό πρέπει να το καταλάβουμε έγκαιρα. Αντιθέτως, με σύμμαχο τις σημερινές αβέβαιες κοινωνικές συνθήκες που βιώνουν στην καθημερινότητά τους, έχουν την αίσθηση  ότι μια τέτοια «αποκλειστική» προοπτική τα παγιδεύει και δεν τα αφήνει να δουν άλλες δυνατότητες που μπορεί να έχουν. Το μεγάλο πρόβλημα, επαναλαμβάνω, είναι ότι το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα, όχι μόνο το δικό μας αλλά και άλλων προηγμένων χωρών, έχει θεμελιωθεί με ιδέες «άλλων» εποχών, ίσως με κατάλοιπα διαφωτισμού, τότε που όλα είχαν επηρεαστεί από τις άθλιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και τη βιομηχανική επανάσταση. Τότε, για να θυμηθούμε κάποια στοιχεία, είχαμε δύο ειδών εκπαιδεύσεις, την ακαδημαϊκή που ακολουθούσαν οι έξυπνοι, ή αυτοί που είχαν τον τρόπο να την ακολουθήσουν και τη μη ακαδημαϊκή που ακολουθούσαν οι άνθρωποι της δουλειάς και του μόχθου που πολλές φορές έπεφταν και θύματα εκμετάλλευσης των πρώτων. Εδώ βέβαια υπήρχε και αδικία, αφού πολλοί άνθρωποι της δεύτερης κατηγορίας, ενώ είχαν τη δυνατότητα και την ικανότητα να διαπρέψουν στις επιστήμες, η θέση που είχαν και η κοινωνική τους καταγωγή δεν τους έκανε να πιστεύουν ότι έχουν τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο.

έλεγχοςΤο συμπέρασμα που βγαίνει λοιπόν είναι ότι τότε η εκπαίδευση είχε οικονομικό και πνευματικό χαρακτήρα. Ήταν όμως ένα μοντέλο που προκάλεσε χάος, αφού πολλά χαρισματικά μυαλά δεν μπόρεσαν ή δεν τα άφησαν να καλλιεργηθούν ανάλογα. Σήμερα πάλι, τα πράγματα έχουν φτάσει στο αντίθετο άκρο. Όλα τα παιδιά, κανενός εξαιρουμένου, είτε έχουν είτε δεν έχουν την ικανότητα, βομβαρδίζονται με πληροφορίες από παντού (σχολείο, φροντιστήριο, αθλητικοί σύλλογοι, διαφημίσεις, τηλεόραση, iPod, iPad, smartphones, social networks κλπ) και όλο το κοινωνικό τους περιβάλλον τους λέει ακριβώς τα ίδια: «Να προσέχεις στο σχολείο, να είσαι συνεπής κλπ». Μα πώς είναι δυνατόν; Ιδιαίτερα στο σχολείο, όλα του φαίνονται βαρετά, όλα δείχνουν να κυλούν βασανιστικά αργά, αφού είναι συνηθισμένο να ενεργεί με ταχύτητα στα παιχνίδια του, να βρίσκει με ταχύτητα αυτά που το ενδιαφέρουν, να αντλεί και να συγκρατεί πληροφορίες που το ενδιαφέρουν και όχι αυτά που του δίνουν σε στοίβες οι δάσκαλοι και οι καθηγητές που στο μυαλό του θα συγκρατηθούν ίσα ίσα για να μετατραπούν σε θέματα εξετάσεων που είναι αναγκασμένο να ακολουθήσει και να συμμετέχει σε αυτές, μετά να τα ξεχάσει και να μείνει η ψευδής ικανοποίηση στον εκπαιδευτικό ότι μπόρεσε και του «τα έμαθε» όλα αυτά, στο δε παιδί για να μην πω τίποτα, του μένουν πάρα πολύ λίγα. Τι ψευτιά αλήθεια, τι αληθοφάνεια!… Αποτέλεσμα;

Το παιδί χάνει κάθε ενδιαφέρον και αντιδρά ανάλογα. Γιατί η αντίδραση σε τέτοια πίεση διαχρονικά από την ηλικία των 11 χρόνων και πάνω είναι ίδια για όλα τα παιδιά. Η απώλεια ενδιαφέροντος δεν είναι συγκεκριμένη, είναι γενική. Δε μας προβληματίζει λοιπόν η έξαρση απειθαρχίας και απώλειας ενδιαφέροντος μέσα στην τάξη; Κάποτε αυτό ήταν χαρακτηριστικό των παιδιών που όπως έλεγαν παλιά «δεν έκοβε». Σήμερα βλέπουμε ότι και λαμπρά μυαλά αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Έχουμε βαρεθεί, εμείς οι εκπαιδευτικοί να λέμε στους γονείς «έξυπνο παιδί, αλλά δεν εκμεταλλεύεται τις δυνατότητές που έχει για να βελτιωθεί στα μαθήματα». Για ποια όμως μαθήματα μιλάμε; Μα φυσικά στα αυτονόητα για τα ελληνικά δεδομένα, όπως τα Αρχαία, τα Μαθηματικά, η Γλώσσα κλπ. Υπάρχουν όμως και οι τέχνες που είναι θύματα αυτής της «πνευματικότητας» που μας δέρνει εδώ και πολλά χρόνια.

Είναι αλήθεια ότι η εμπειρία και κατ’ επέκταση οι γνώσεις που έχουν τα παιδιά στον τομέα των τεχνών είναι πολύ μικρές, αν όχι ανύπαρκτες, μιας και το πνεύμα του σχολείου από μόνο του απαξιώνει τη μουσική, το χορό, το θέατρο και τη ζωγραφική. Μιλάω πάντα για το σχολείο και όχι τις ιδιωτικές σχολές που θησαυρίζουν από την ανάγκη των παιδιών για καλλιτεχνική έκφραση η οποία δεν ικανοποιείται στις σχολικές αίθουσες. Αλήθεια, έχουν τα παιδιά αισθητικές εμπειρίες; Πότε τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν τα συναισθήματά τους και το αισθητικό τους γούστο μέσα στο σχολείο; Πότε τα παιδιά βιώνουν συναισθήματά; Πότε τα καλλιεργούν; Πότε μιλούν γι’ αυτά; Πώς λοιπόν εμείς οι εκπαιδευτικοί  έχουμε την απαίτηση να «βγάζουν» συναίσθημα στα γραπτά τους; Αντίθετα, το σύστημα δείχνει να επιδιώκει παιδιά χωρίς καλλιεργημένο συναίσθημα, καθοδηγούμενα παντού. Ακόμη και το ίδιο το σχολείο, με το βαθμοθηρικό του χαρακτήρα δεν τα αφήνει να κατανοήσουν αυτό που «είναι». Και σε αυτό, έχει συμπαραστάτη τους γονείς που δεν τα αφήνουν να αυτενεργήσουν, να δημιουργήσουν, να ανεξαρτητοποιηθούν. Εμείς λοιπόν, ως εκπαιδευτικοί, τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό το πρόβλημα; Απλά να ξεσηκώσουμε αυτό που κοιμάται μέσα τους και να τα αφήσουμε να το εκφράσουν ελεύθερα. Να αισθανθούν λίγη ελευθερία μέσα στο σχολείο. Να μην αισθάνονται το σχολείο μέρος του μοντέλου της εκβιομηχάνισης των πάντων. Μα μήπως δεν είναι;

Μαθήτρια σηκώνει το χέριΔε μοιάζει η λειτουργία του σχολείου όπως η λειτουργία ενός εργοστασίου; Χτυπάει το κουδούνι και μαζεύει τους μαθητές, όπως το κουδούνι τους εργάτες. Παίρνουμε απουσίες όπως οι εργάτες χτυπούν κάρτα κατά την είσοδό τους. Τα παιδιά διδάσκονται ξεχωριστά διάφορα αντικείμενα μάθησης που πολλές φορές έχουν στεγανά μεταξύ τους, κάτι που πάει ενάντια στην όαση που λέγεται διαθεματικότητα, όπως Γλώσσα, Μαθηματικά, ακριβώς όπως οι εργάτες που έχουν τον τομέα ευθύνης τους. Εκπαιδεύουμε τα παιδιά όπως οι παρτίδες των προϊόντων ενός εργοστασίου, αφού τα βάζουμε κατά ηλικιακές ομάδες. Γιατί όμως γίνεται αυτό; Γιατί ο συνδετικός τους κρίκος να είναι η ηλικία τους… (τάξη του 2012). Είναι άραγε αυτό το σημαντικότερο που πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτά; Ξεχνάμε ότι σήμερα τα παιδιά μπορούν να έχουν καταπληκτικές δυνατότητες σε κάποιον τομέα κι ας έχουν διαφορετικό ηλικιακό επίπεδο; Οπωσδήποτε παίζει ρόλο η ηλικία, αλλά αν θέλουμε να «εκπαιδεύσουμε» τα παιδιά, επικεντρωνόμαστε, εκτός από την ηλικία και στην ικανότητα δημιουργίας των παιδιών και στην αποκλίνουσα σκέψη τους, που μπορεί να μην είναι συνώνυμο της δημιουργικότητας, αλλά είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται αυτή, αφού χαρακτηριστικό της είναι η ερευνητικότητα, το συναίσθημα και η φαντασία, σε αντίθεση με τη συγκλίνουσα σκέψη της σχολαστικότητας και της επικέντρωσης στη λεπτομέρεια και την τυπικότητα. Η αποκλίνουσα σκέψη των παιδιών μας διαφεύγει ενσυνείδητα ή ασυνείδητα από άγνοια. Είναι η σκέψη που βλέπει πολλές πιθανές απαντήσεις σε μία ερώτηση και όχι μία και μοναδική (π.χ πολλές λύσεις αποδεκτές σε ένα πρόβλημα μαθηματικών και όχι εμμονή σε έναν τρόπο). Είναι η παρεξηγημένη και απαγορευμένη στο σχολικό περιβάλλον συνεργατική σκέψη (μην κοιτάτε, μη μιλάτε μεταξύ σας) η οποία όμως εκτός σχολείου μεταβάλλεται σε εποικοδομητική συνεργασία. Μην ξεχνάμε ότι η σωστή μάθηση συμβαίνει στις ομάδες εργασίας και η συνεργασία αποτελεί την ουσία των ομάδων αυτών και κατ’ επέκταση της σωστής και σύγχρονης εκπαίδευσης. Αυτό το έχουμε καταλάβει εμείς οι αυθεντίες της ελληνικής εκπαίδευσης;

(Σκέψεις από μια ομιλία του Ken Robinson)

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ – 6

Έχουμε σκεφτεί ποτέ ότι πασχίζουμε καθημερινά να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά για ένα μέλλον που θα ζήσουν, χωρίς εμείς να το ζήσουμε ποτέ και χωρίς να γνωρίζουμε καν πώς θα είναι; Πώς είμαστε λοιπόν σίγουροι, ως εκπαιδευτικοί, ότι η γνώση που τους παρέχουμε είναι η σωστή και ενδεδειγμένη ταυτόχρονα; Δεν είναι καλύτερα λοιπόν, αντί να παρέχουμε ανούσιες γνώσεις που δεν κατακτώνται ποτέ από τα παιδιά, αφού είναι συνήθως προϊόν παπαγαλίας, να τα βοηθήσουμε να μάθουν πώς να μαθαίνουν αυτά που τους είναι χρήσιμα και αναγκαία; Να τα μάθουμε, εν ολίγοις, να ανακαλύπτουν τη γνώση που χρειάζεται το καθένα, δείχνοντάς τους τις γενικές αρχές για το πώς θα πετύχουν κάτι τέτοιο και στην τάξη παράλληλα να θυμηθούμε και να εφαρμόσουμε, με σύγχρονο όμως τρόπο, την πετυχημένη αλλά όχι ξεχασμένη σωκρατική μαιευτική μέθοδο;

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ – 5

Δώστε στα παιδιά χρόνο να εκφραστούν, να συζητήσουν, να προβληματιστούν. Βοηθήστε τα να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους. Όταν έχετε ελεύθερο χρόνο και κυρίως κατά τα διαλείμματα, μείνετε κοντά τους, ακούστε τα, πλησιάστε τα, μιλήστε τους. Αφήστε να οδηγήσουν εκείνα την πορεία του καθημερινού προγράμματος. Είναι τραυματικό πάνω σε μια όμορφή κουβέντα ή κατά τη διάρκεια της επίλυσης ενός προβλήματος να ακούγονται από το στόμα μας φράσεις, όπως «Επειδή δεν προλαβαίνουμε, θα το πάρετε για το σπίτι». Και τι έγινε δηλαδή αν συνεχίσετε και την επόμενη ώρα. Το μάθημα που θα χάσετε το κάνετε μια άλλη μέρα. Μην προσπαθούμε να τα βάλουμε σε μια διαδικασία που δεν τους αρέσει. Και σε τελική ανάλυση, ας τα αφήσουμε να μάθουν αυτά που θέλουν με τον τρόπο που θέλουν. Είναι παλιομοδίτικη, και για την εποχή μας επικίνδυνη, η εμμονή να τους μαθαίνουμε ακριβώς αυτό που λέει το βιβλίο και τίποτα παραπάνω. Και μάλιστα όταν πρόκειται για μάθημα (π.χ ιστορία) που αυτό που θα προσπαθήσουμε να τους διδάξουμε, μπορούν και τα ίδια τα παιδιά να το βρουν μέσα από το διαδίκτυο. Ας ξεφύγουμε και λίγο από το βιβλίο. Ας τους μάθουμε και άλλα πράγματα, πώς να διαχειρίζονται τη συμπεριφορά τους για παράδειγμα, πώς να ανατρέχουν στις πηγές πληροφοριών στο διαδίκτυο με ασφάλεια και τόσα άλλα.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ – 4

Ρωτάτε τους παλιούς συναδέλφους, εκφράζετέ τους τις απορίες σας. Δεν υπάρχουν χαζές ερωτήσεις, μη φοβάστε! Ο συνάδελφος που θέλει το καλό της εκπαιδευτικής κοινότητας της σχολικής σας μονάδας και κατ’ επέκταση την πρόοδο του σχολείου, είναι πάντα πρόθυμος να σας βοηθήσει. Όλοι μας έχουμε περάσει από το στάδιο του αρχάριου και ξέρουμε τι σημαίνει ανασφάλεια, όπως επίσης και τι κινδύνους ελλοχεύουν οι αλόγιστοι πειραματισμοί. Πριν προβούμε σε οποιαδήποτε «καινοτομία», καλό είναι να παίρνουμε τη γνώμη ενός πιο παλιού συναδέλφου. Φανταστείτε ότι κι εμείς με τα 30 χρόνια στην πλάτη αλληλοσυμβουλευόμαστε για το καλό μας. Όσα χρόνια και να έχει ένας δάσκαλος πίσω του, πάντα μαθαίνει γιατί απλούστατα αλλάζουν οι εποχές και πρέπει να έχει επαφή με την εποχή που διάγει, αν θέλει να έχει επαφή και με τα παιδιά που διδάσκει.